Ιερά Μονή Θαρρίου

Στο εσωτερικό του νησιού και σε ωραιότατη τοποθεσία, νοτιοδυτικά του χωριού Λάερμα της Ρόδου, σε περιοχή κατάφυτη βρίσκεται η Μονή Θαρ(ρ)ίου ή Μονή του Αρχάγγελου Μιχαήλ του Θαρ(ρ)ινού ή Θαρ(ρ)ενού. Απέχει 64 χλμ. από την πρωτεύουσα του νησιού και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα της Ρόδου. Η ίδρυσή της ανάγεται, πιθανότατα, στον 12ο αι.

Σύμφωνα με την Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, όσον αφορά στην ετυμολογία της λέξεως Θάρ(ρ)ι, υπάρχουν διάφορες εκδοχές, εκ των οποίων τρεις είναι οι επικρατέστερες: α) Είναι προελληνική (π.χ. Κάμιρος, Λίνδος, Ιαλυσός κ.ά.), β) αποτελεί μετατροπή της λέξης λιθάρι (διατήρηση της λήγουσας και παραλήγουσας) και γ) προέρχεται από την προστακτική θάρρει (= έχε θάρρος). Η δεύτερη ερμηνεία οφείλεται στην ύπαρξη δύο προϊστορικών μεγαλιθικών μνημείων τύπου menhir και dolmen, βορειοδυτικά της μονής και σε απόσταση ενός περίπου χλμ. από αυτήν.

Κατά την παράδοση, η μονή ιδρύθηκε από την θυγατέρα ενός βυζαντινού αυτοκράτορα, η οποία μαστιζόταν από θανατηφόρα ασθένεια και θεραπεύθηκε θαυματουργικά. Το πλοίο, που την μετέφερε από την Κωνσταντινούπολη, προσάραξε στο λιμάνι της Λίνδου και από εκεί, για αδιευκρίνιστους λόγους, μεταφέρθηκε στην περιοχή του Θαρ(ρ)ίου. Το νερό της πηγής, που υπήρχε εκεί, και ο καθαρός αέρας συνετέλεσαν στην ανάρρωσή της. Έτσι έλαβε την απόφαση να ιδρύσει μονή. Σε επιγραφή του έτους 1506, επί της ανατολικής πλευράς του ιερού, ο Αν. Ορλάνδος ανέγνωσε εσφαλμένα την φράση C[ΩΤΗΡΟΣ] Χ[ΡΙCΤΟΥ] αντί ΕΤΟΥC Χ[ΡΙCΤΟΥ] και οδηγήθηκε στο συμπέρασμα, ότι το Καθολικό, μέχρι τις αρχές του 16ου αι., ήταν αφιερωμένο στον Σωτήρα Χριστό. Παρά ταύτα από επιγραφή του 1624, στον κυρίως ναό, γίνεται σαφής η αφιέρωσή του στον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Τέλος, η πηγή, που υπάρχει 100 σχεδόν μ. νοτιοδυτικά του Καθολικού, πιστεύεται ότι είναι η ίδια πηγή, από τα νάματα της οποίας θεραπεύθηκε η θυγατέρα του αυτοκράτορα, και θεωρείται αγίασμα.

Από επιτύμβια επιγραφή του έτους 1473 του κυρίως ναού γίνεται γνωστό το όνομα του ιερομονάχου Γρηγορίου, του αρχαιότερου γνωστού ηγουμένου της μονής. Μετά την κοίμηση του ηγουμένου Ιγνατίου το 1916, η μονή εγκαταλείφθηκε και αναβίωσε μόλις το 1989, όταν την ηγουμενεία της ανέλαβε ο Αρχιμ. (νυν Μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας) Αμφιλόχιος Τσούκος. Τότε ανακαινίσθηκε το Καθολικό και τα υπάρχοντα κτίσματα, ενώ σε μικρή απόσταση από την παλαιά μονή οικοδομήθηκε το συγκρότημα του Κοινοβίου με ναό επ’ ονόματι Αγίου Ελευθερίου.

Από το βυζαντινό μοναστηριακό συγκρότημα σώζεται μόνον, το Καθολικό, το οποίο ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο του ελεύθερου σταυρού με τρούλο. Όλα τα υπόλοιπα κτίσματα ανήκουν στη μεταβυζαντινή και στην νεώτερη περίοδο. Ο ναός υπέστη αλλεπάλληλες επεμβάσεις, που μετέβαλαν την αρχική του μορφή. Το μεγαλύτερο μέρος του χρονολογείται στα τέλη του 12ου ή στις αρχές του 13ου αι., ενώ κάποια οικοδομικά και ζωγραφικά κατάλοιπα φανερώνουν την ύπαρξη ενός πολύ προγενέστερου ξυλόστεγου ναού (πιθανώς των 8ου – 9ου αι.). Ειδικότερα το μείζον τμήμα του ιερού απαρτίζεται από δύο τοιχώματα, ένα παλαιότερο, εξωτερικό, μάλλον μέρος του ξυλόστεγου ναού, και ένα νεώτερο, εσωτερικό, μέρος του υπάρχοντος ναού. Ανάμεσα στα τοιχώματα ανακαλύφθηκαν ανεικονικά θέματα, μορφές αγίων και η σύνθεση του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

Στο Καθολικό διακρίνονται επτά ή οκτώ ζωγραφικές φάσεις, που χρονικά εκτείνονται από τους 8ο ή 9ο ως τον 18ο αι.

Η μονή είναι ανδρώα και σε αυτήν εγκαταβιώνει πενταμελής αδελφότητα με ηγούμενο τον Αρχιμ. Νεκτάριο Πόκια. Διατηρεί μάλιστα τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό σταθμό, αλλά και Βιβλιοπωλείο στην πόλη της Ρόδου. Πανηγυρίζει την 8η Νοεμβρίου (Σύναξη των Ταξιαρχών), την 21η Μαΐου (Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης), και ακόμη την 15η Δεκεμβρίου (Αγίου Ελευθερίου).

 

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Διαβάστηκε 4748 φορές